U-Pass Navbar

Αφιέρωμα · 17 Απριλίου 2012

Στις 17 Απριλίου 2012 η ελληνική μουσική έχασε μια από τις πιο αναγνωρίσιμες και βαθιές φωνές της. Ο Δημήτρης Μητροπάνος έφυγε από τη ζωή στο Μαρούσι, σε ηλικία 64 ετών, από οξύ πνευμονικό οίδημα. Η είδηση δεν ήταν απλώς μια ακόμη απώλεια της πίστας· ήταν το τέλος μιας διαδρομής που είχε γίνει συλλογική μνήμη — από τα Τρίκαλα μέχρι το Ηρώδειο, από τον Ζαμπέτα μέχρι τον Μικρούτσικο.

Το πρωί εκείνης της ημέρας μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο «Υγεία» με οξύ διαρροϊκό σύνδρομο και εμετούς. Εκεί εμφανίστηκε πνευμονικό οίδημα· μεταφέρθηκε στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και άφησε την τελευταία του πνοή γύρω στις 11:00. Η κηδεία του έγινε στις 19 Απριλίου στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, με χιλιάδες κόσμο να αποχαιρετά μια φωνή που είχε γίνει σχεδόν συνώνυμη με το σύγχρονο λαϊκό και έντεχνο τραγούδι. Δεν έφυγε μόνο ένας ερμηνευτής. Έφυγε ένας τρόπος να ακούγεται η Ελλάδα όταν θέλει να πει την αλήθεια της χωρίς φτιασίδια.

Ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι.
Δημήτρης Μητροπάνος

Από τα Τρίκαλα στην Αθήνα

Ο Δημήτρης Μητροπάνος γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1948 στην Αγία Μονή των Τρικάλων — συνοικία από την οποία καταγόταν η μητέρα του. Μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του· μέχρι τα δεκαέξι του νόμιζε πως είχε σκοτωθεί στον Εμφύλιο, ώσπου ένα γράμμα αποκάλυψε ότι ζούσε στη Ρουμανία. Από μικρός εργαζόταν τα καλοκαίρια: σερβιτόρος στην ταβέρνα του θείου του, μετά στις κορδέλες κοπής ξύλων. Η ανάγκη δεν ήταν αφηρημένη. Ήταν καθημερινή.

Πορτρέτο του Δημήτρη Μητροπάνου
Δημήτρης Μητροπάνος — επίσημο πορτρέτο καλλιτέχνη (Minos EMI / Universal · Spotify).

Το 1964, μετά την τρίτη γυμνασίου, κατέβηκε στην Αθήνα να μείνει με τον θείο του στην οδό Αχαρνών. Προτού τελειώσει το σχολείο, είχε ήδη αρχίσει να τραγουδά επαγγελματικά. Τον φώναζαν «βλαχάκι» λόγω της θεσσαλικής καταγωγής — μια ταμπέλα που, με τα χρόνια, θα γινόταν σχεδόν στοργική. Παράλληλα πολιτικοποιήθηκε νωρίς· οργανώθηκε στη Νεολαία των Λαμπράκηδων και κουβάλησε τις συνέπειες μιας εποχής που τιμωρούσε τις ιδέες.

1948

Γέννηση στα Τρίκαλα

1964

Άφιξη στην Αθήνα · πρώτα επαγγελματικά βήματα

1966

Συναυλίες με Θεοδωράκη (Ρωμιοσύνη, Άξιον Εστί)

1967

Πρώτος 45άρης: «Θεσσαλονίκη»

Η καριέρα του δεν ξεκίνησε από ένα «πλάνο σταρ». Ξεκίνησε από μια συνεστίαση όπου τον άκουσε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης και τον έστειλε στην Columbia. Εκεί ο Τάκης Λαμπρόπουλος τον σύστησε στον Γιώργο Ζαμπέτα. Από εκείνη τη στιγμή, η διαδρομή απέκτησε δάσκαλο — και ο Μητροπάνος δεν το ξέχασε ποτέ.

Ζαμπέτας, Θεοδωράκης και η φωνή

Δίπλα στον Ζαμπέτα, στα «Ξημερώματα», ο Μητροπάνος έμαθε τη νύχτα από μέσα: αντοχή, ρεπερτόριο, σεβασμό στο λαϊκό τραγούδι χωρίς να το εξευτελίζει. Τον Ζαμπέτα τον μνημόνευε ως μεγάλο δάσκαλο και δεύτερο πατέρα — «τον μόνο άνθρωπο στο τραγούδι που με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι».

Το 1966 συναντήθηκε τυχαία με τον Μίκη Θεοδωράκη και ερμήνευσε, στη θέση άλλου καλλιτέχνη που ασθενούσε, μέρη από τη «Ρωμιοσύνη» και το «Άξιον Εστί» σε συναυλίες στην Ελλάδα και την Κύπρο. Ήταν ακόμη νέος· όμως η φωνή του ήδη κουβαλούσε βάρος. Δεν ήταν φωνή επίδειξης. Ήταν φωνή που καθόταν πάνω στη λέξη και την άφηνε να πονέσει όσο έπρεπε — ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος στο εξώφυλλο «Του έρωτα & της φυγής»
Από το εξώφυλλο του δίσκου «Του έρωτα & της φυγής» (Minos EMI).
Ο Δημήτρης Μητροπάνος σε ζωντανή εμφάνιση
Από το εξώφυλλο των ζωντανών ηχογραφήσεων «Καλοκαίρια και χειμώνες» (Minos EMI).

Το 1967 κυκλοφόρησε ο πρώτος του 45άρης με το «Θεσσαλονίκη» — πόλη που δήλωνε συχνά αγαπημένη. Είχε προηγηθεί η «Χαμένη Πασχαλιά», που λογοκρίθηκε από τη Χούντα και δεν κυκλοφόρησε. Από την αρχή, λοιπόν, η διαδρομή του κουβαλούσε και τη σκιά της εποχής: τι επιτρέπεται να ακουστεί και τι όχι.

  • 1971 — Δημήτρης Μητροπάνος (πρώτος προσωπικός LP)
  • 1971/72 — Άγιος Φεβρουάριος (Μούτσης – Ελευθερίου)
  • 1975 — Σκόρπια φύλλα (συμμ. · Καλδάρας)
  • 1981 — Τα συναξάρια (Χατζηνάσιος)
  • 1984 — Τα πικροσάββατα (Θεοδωράκης)
  • 1992 — Η εθνική μας μοναξιά (Τόκας)
  • 1996 — Στου αιώνα την παράγκα (Μικρούτσικος)
  • 2005 — Πες μου τ’ αληθινά σου
  • 2009 — Τα τραγούδια της ζωής μου (Ηρώδειο, live)
  • 2012 — Χωρίς επίλογο (μεταθανάτιο EP)

Άγιος Φεβρουάριος και μεγάλοι συνθέτες

Ο πρώτος μεγάλος σταθμός ήρθε με τον «Άγιο Φεβρουάριο» (κυκλοφορία γύρω στο 1971–72): μουσική Δήμου Μούτση, στίχοι Μάνου Ελευθερίου, ερμηνείες Μητροπάνου και Πετρής Σαλπέα. Έργο εμπνευσμένο από τη Σμύρνη και τη Μικρασιατική Καταστροφή, που σημάδεψε την ελληνική δισκογραφία. Ο Μούτσης ζητούσε «στεγνή φωνή, χωρίς πολλά τσαλίμια» — και ο Μητροπάνος ταίριαξε ακριβώς σε αυτό.

Ακολούθησαν συνεργασίες που χτίζουν σχεδόν έναν χάρτη του ελληνικού τραγουδιού δεκαετιών: «Ο δρόμος για τα Κύθηρα» του Γιώργου Κατσαρού, τα «Σκόρπια φύλλα» του Απόστολου Καλδάρα, τα «Συναξάρια» του Γιώργου Χατζηνάσιου, τα «Πικροσάββατα» του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου (με δεύτερες φωνές τη Χάρις Αλεξίου), τα «Νυχτέρια μας» του Σταύρου Κουγιουμτζή. Παράλληλα κράτησε ζωντανή τη λαϊκή παράδοση με δίσκους όπως τα «Λαϊκά ’76», τα «Ερωτικά λαϊκά» και αργότερα τις συλλογές «Τα λαϊκά της νύχτας».

Δεν ήταν ένας ερμηνευτής που «ανήκε» σε έναν μόνο συνθέτη. Ήταν η γέφυρα: λαϊκό και έντεχνο, πίστα και ποίηση, ζεϊμπέκικο και μπαλάντα. Η δύναμή του δεν ήταν να αλλάζει φωνή για κάθε είδος. Ήταν να κάνει κάθε είδος να ακούγεται δικό του.

«Ο Ξενύχτης» — Ζαμπέτας / Βασιλειάδης. Από τα πρώτα σήματα μιας φωνής που θα γινόταν εθνική μνήμη.

Τόκας, Σαλονίκη και λαϊκό

Στις αρχές των ’90s η συνεργασία με τον Μάριο Τόκα και τον στιχουργό Φίλιππο Γράψα έφερε μια νέα ακμή. Το 1992 κυκλοφόρησε «Η εθνική μας μοναξιά» — δίσκος που έδεσε τον Μητροπάνο ακόμη πιο βαθιά με τη συλλογική ταυτότητα. Μέσα του ακούγεται το «Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη»: στίχοι γραμμένοι ήδη από το 1982 για τους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας, μουσική του Τόκα, ερμηνεία που έγινε σχεδόν δεύτερο όνομα του τραγουδιστή.

«Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη» — Μάριος Τόκας / Φίλιππος Γράψας · 1992. Έρωτας, ξημέρωμα και μια πόλη που έγινε μύθος.

Το 1994 ακολούθησε το «Παρέα μ’ έναν ήλιο», με τραγούδια όπως τα «Λαδάδικα» και τον «Έρωτα αρχάγγελο». Η δεύτερη συνεργασία με τον Τόκα δεν έμεινε στη σκιά της πρώτης· έφτασε εμπορικά και καλλιτεχνικά σε αντίστοιχα ύψη. Ο Μητροπάνος μπορούσε να πει ένα ζεϊμπέκικο σαν εξομολόγηση και μια μπαλάντα σαν τοπίο. Δεν ζητούσε από το κοινό να τον «ακολουθήσει» σε μόδες. Το κοινό τον ακολουθούσε γιατί αναγνώριζε αλήθεια.

Μικρούτσικος, «Ρόζα», παράγκα

Το 1996 ήρθε η συνεργασία που πολλοί θεωρούν κορυφαία στροφή: «Στου αιώνα την παράγκα», σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου και στίχους Άλκη Αλκαίου, Γιώργου Κακουλίδη, Κώστα Λαχά και Λίνας Νικολακοπούλου. Εκεί ακούγεται η «Ρόζα» — ζεϊμπέκικο που ξεκίνησε ως ποίημα του Αλκαίου το 1985 και περίμενε σχεδόν μια δεκαετία να βρει τη σωστή φωνή. Όταν τη βρήκε, έγινε μυθολογία.

«Ρόζα» — Official Video Clip · Μικρούτσικος / Αλκαίος · 1996. Το ζεϊμπέκικο που έκανε την ανάγκη ιστορία.

Στον ίδιο κόσμο ανήκει και το «Πάντα γελαστοί»: στίχοι Αλκαίου, μουσική Μικρούτσικου, αφιέρωση που ο ποιητής συνέδεσε με τους Κύπριους ήρωες Τάσο Ισαάκ και Σολωμό Σολωμού (και τον Χριστόφορο Μαρίνο). Δεν είναι «χαρούμενο» τραγούδι. Είναι ένα χαμόγελο που ξέρει τι κοστίζει.

Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία, πώς η ιστορία γίνεται σιωπή…
Από τους στίχους της «Ρόζας» · Άλκης Αλκαίος
«Πάντα γελαστοί» — Official Audio · Μικρούτσικος / Αλκαίος · 1996.

Μετά την «Παράγκα» ο Μητροπάνος αναγνωρίστηκε πλατιά ως «εθνική φωνή» — όχι ως διαφημιστικό σλόγκαν, αλλά ως περιγραφή ενός ερμηνευτή που μπορούσε να κουβαλήσει το βάρος μιας ολόκληρης χώρας χωρίς να το θεατροποιεί. Συνέχισε με δίσκους όπως το «Του έρωτα και της φυγής», το «Εντελβάις» (πάλι με Τόκα), το «Θα είμαι εδώ», το «Πες μου τ’ αληθινά σου» (με επιτυχίες όπως το «Σβήσε το φεγγάρι») και το «Στη διαπασών».

Ηρώδειο και τελευταία κεφάλαια

Το 1998 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού· χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2009, επέστρεψε για τα 40 χρόνια καλλιτεχνικής πορείας. Η συναυλία κυκλοφόρησε ως «Τα τραγούδια της ζωής μου». Εκείνη η βραδιά —με τη «Ρόζα» και το ζεϊμπέκικο κάτω από την Ακρόπολη— έμεινε χαραγμένη στη μνήμη όσων ήταν παρόντες, ακόμη και όταν έβρεχε.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, μεταξύ άλλων μετά από μεταμόσχευση νεφρού. Δεν σταμάτησε όμως να ηχογραφεί και να εμφανίζεται. Το 2011 κυκλοφόρησε το «Εδώ είμαστε» με τραγούδια του Σταμάτη Κραουνάκη. Λίγες ημέρες πριν πεθάνει ηχογράφησε τρία τελευταία κομμάτια για το αφιέρωμα στον Μάριο Τόκα «Ήλιος κόκκινος» — και μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησε το ημιτελές «Χωρίς επίλογο», σε συνθέσεις του Μίνου Μάτσα, συνοδευόμενο από κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου.

«Ρόζα» live — μια από τις ερμηνείες που δείχνουν γιατί το ζεϊμπέκικό του έγινε σχεδόν τελετουργία.

Δεν πρόλαβε να κλείσει ο ίδιος τον κύκλο με έναν «τελευταίο δίσκο» όπως θα τον ήθελε. Το έργο, όμως, είχε ήδη ολοκληρωθεί με τον τρόπο που ολοκληρώνονται τα μεγάλα πράγματα: όχι με τελεία, αλλά με συνέχεια μέσα στους άλλους.

Άκουσε τον Μητροπάνο

Μια επιλογή από τα τραγούδια που σημάδεψαν τη διαδρομή του — για όσους θέλουν να τον ξανακούσουν όπως πρέπει: αργά, χωρίς βιασύνη, με τη φωνή στο κέντρο.

Ακούστε περισσότερα στο Spotify

Αυτό που μένει

Ο Δημήτρης Μητροπάνος δεν υπήρξε ποτέ ερμηνευτής της εύκολης εντύπωσης. Δεν χρειαζόταν υπερβολή για να σε κάνει να σταθείς. Αρκούσε η φωνή — βαριά, καθαρή, ανθρώπινη — και η αίσθηση ότι κάθε λέξη είχε ήδη ζήσει πριν ειπωθεί στο μικρόφωνο.

Συνεργάστηκε με Ζαμπέτα, Θεοδωράκη, Μούτση, Καλδάρα, Χατζηνάσιο, Τόκα, Μικρούτσικο, Κουγιουμτζή, Σπανό, Κραουνάκη και τόσους άλλους, χωρίς να γίνει ποτέ «σκιά» κανενός. Αντίθετα: έδινε στους δημιουργούς τη βεβαιότητα ότι το τραγούδι θα αντέξει. Γι’ αυτό έμεινε «η φωνή της εθνικής μας μοναξιάς» — όχι ως σύνθημα, αλλά ως περιγραφή μιας παρουσίας που χώρεσε έρωτα, ξενιτιά, πολιτική μνήμη και νυχτερινή εξομολόγηση στο ίδιο σώμα.

Έμειναν η «Ρόζα», η Σαλονίκη τα ξημερώματα, οι «πάντα γελαστοί», τα λαδάδικα, τα λαϊκά της νύχτας και οι ζωντανές στιγμές που ακόμη κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα. Έμεινε η εικόνα ενός ανθρώπου που μπορούσε να σταθεί σχεδόν ακίνητος στη σκηνή και να μετακινήσει ολόκληρη αίθουσα.

Στις 17 Απριλίου 2012 σταμάτησε η καρδιά μιας εποχής. Τα τραγούδια, όμως, δεν σταμάτησαν. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που όταν ακούνε την πρώτη φράση ξέρουν ήδη ποιος τραγουδά, ο Μητροπάνος συνεχίζει να είναι εδώ — όχι ως νοσταλγία, αλλά ως μέτρο.

Δημήτρης Μητροπάνος
2 Απριλίου 1948 – 17 Απριλίου 2012
Η φωνή της εθνικής μας μοναξιάς.